Λέει ο σκορπιός στο βάτραχο:
«Θέλεις να ανέβω επάνω στην πλάτη σου και να κολυμπήσεις μέχρι την άλλη όχθη του ποταμού;».
Λέει ο βάτραχος:
«Μα πού ξέρω ότι δε θα με δαγκώσεις στα μισά της διαδρομής;».
«Μα αν σε δαγκώσω, θα πεθάνεις και θα βουλιάξουμε κι οι δύο» απαντάει ο σκορπιός και πείθει το βάτραχο, ο οποίος τον παίρνει στην πλάτη του και αρχίζει να διασχίζει το ποτάμι.
Month: Οκτώβριος 2014
Ρουμπελστίλτσχεν (ή Rumpelstilzchen, Rumpelstiltskin, Ρουμπελστίλτσκιν)
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας φτωχός μυλωνάς που είχε μια πανέμορφη κόρη. Έτυχε κάποια μέρα να συναντήσει τον βασιλιά και προκειμένου να τον εντυπωσιάσει του λέει: «έχω μία κόρη, που μπορεί να γνέθει από άχυρο χρυσάφι!» «Αυτό θα μου άρεσε πολύ» απάντησε ο βασιλιάς «αν η κόρη σου είναι τόσο ικανή όσο λες, τότε φέρε την αύριο στο παλάτι για να το ελέγξω.»
Την επόμενη ημέρα φέρανε την κοπέλα στον βασιλιά και την οδήγησαν σε ένα δωμάτιο το οποίο ήταν γεμάτο άχυρο. Ο βασιλιάς της έδωσε μία ανέμη και μία σβίγα και της είπε: «Ξεκίνα να εργάζεσαι. Αν δεν καταφέρεις μέχρι αύριο το πρωί να κάνεις το άχυρο χρυσάφι θα πρέπει να πεθάνεις.» Μετά από αυτό κλείδωσε ο ίδιος το δωμάτιο και η κοπέλα έμεινε ολομόναχη.
Έτσι η κόρη του μυλωνά έμεινε απελπισμένη στο δωμάτιο και δεν ήξερε πώς να σώσει την ζωή της. Δεν γνώριζε πως γνέθουν χρυσάφι από άχυρο και όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο φοβόταν, μέχρι που τελικά άρχισε να κλαίει.
Τότε, ανοίγει ξαφνικά η πόρτα και ένα ανθρωπάκι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο: «καλησπέρα δεσποινίδα μυλωνού, γιατί κλαίτε τόσο απελπισμένα;»
Ο πελλός που την πόρτα
‘Ηταν δύο αδέρφκια. Ο ένας πελλός τζιαι ο άλλος νούσιμος. Μια μέρα επήαν να πάρουν τον νούσιμο να τον παντρέψουν. Στον δρόμο ο νούσιμος λαλεί στον πελλό να έσιει έννοια να μεν πει καμιά πελλάρα τζιαι να τους φκάλουν έξω.
Στο σπίτι της νύφης, τρών, πίννουν τζιαι την νύχτα πεφτουν να τζοιμηθούν. Την νύχτα ο πελλός κατουρκέται τζιαι σηκώνεται να πάει προς νερού του.