Ο Χότζας τζιαι η σούππα με τες πέτρες

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό ήταν ο Χότζας τζιαι επείνασε. Άνοιξε το αρμάρι τζιαι έν ήβρε τίποτε να φάει.

Έπιασε το λοιπόν μια κασαρόλλα τζιαι εκατέβηκε στην αυλή του τζιαμιού. Εγέμωσε την κασαρόλλα νερό τζιαι έσυρε μέσα 2 πέτρες. Άψε μια φωθκιά τζιαι έβαλε την κασαρόλλα να βράσει.

Εθρόνιαστικεν δίπλα που την κασαρόλλα τζιαι εκαρτέραν.

Συνέχεια

Η γλώσσα των πουλιών

Σε μια πόλη της Ρωσίας ζούσε ένας πλούσιος έμπορος με τη γυναίκα του. Είχε έναν μοναχογιό, ένα έξυπνο και γενναίο παιδί που το έλεγαν Ιβάν. Μια ωραία μέρα ο Ιβάν κάθισε να φάει με τους γονείς του, και κοντά στο παράθυρο υπήρχε ένα κλουβί με ένα αηδόνι. Το αηδόνι άρχισε να κελαϊδά με υπέροχες τρίλιες και ο έμπορος άκουγε το τραγούδι του, και μετά είπε:

« Πόσο θα ‘θελα να καταλάβαινα τι σημαίνουν τα τραγούδια των πουλιών! Θα έδινα τα μισά μου πλούτη σε όποιον θα μπορούσε να μου εξηγήσει όλα τα κελαϊδήματα των πουλιών »

Αυτά τα λόγια χαράχτηκαν στη μνήμη του Ιβάν, και όπου κι αν πήγαινε, ό,τι κι αν έκανε, πάντα σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να μάθει τη γλώσσα των πουλιών.

Λίγο αργότερα ο Ιβάν έτυχε να κυνηγά σε ένα δάσος. Ξαφνικά σηκώθηκε άνεμος, ο ουρανός συννέφιασε, άρχισαν να πέφτουν αστραπές και βροντές, και να πέφτει καταρρακτώδης βροχή. Ο Ιβάν πήγε κάτω από ένα μεγάλο δέντρο και είδε μια φωλιά στα κλαδιά του. Μέσα στη φωλιά ήταν τέσσερα μικρά πουλιά. Ήταν μόνα τους, δεν ήταν εκεί ούτε η μητέρα τους ούτε ο πατέρας τους για να τα προστατέψει από το κρύο και τη βροχή. Ο καλός Ιβάν τα λυπήθηκε, ανέβηκε στο δέντρο και τα σκέπασε με το παλτό του. Η καταιγίδα πέρασε, και ένα μεγάλο πουλί ήλθε και κάθισε σε ένα κλαδί κοντά στη φωλιά και μίλησε στον Ιβάν.

Συνέχεια

Ο Βόρτακος

Μια φορά τζιαι έναν τζιαιρό μια γυναίκα ζύμωνε τα ψωμιά της Λαμπρής. Έκαμνε κουλούρκα, σταυροκούλα και ανάμεσα σε άλλα έπλασε τζιαι έναν βόρτακο. Με μαστίχα τζιαι γλυκάνισσο μουσκομυριστό, με γαρύφαλλα για μάθκια και πολύ σισάμι τζιαι μαυρόκοκκο. Μες το στόμα του εβάλεν του τζιαι έναν κότζινον αυκό. Έναν βόρτακο με τα ούλλα του. Άμα τον έψησε και έβκαλέν τον που τον φούρνο εμουσκομύρισε ο τόπος.

«όι ρε ίντα βόρτακον εκάμαμε! Άρκονταν»

Άκουεν ο βόρτακος επαίρναν τα μυαλά του αέρα. Έβαλε τον πάνω στο τραπέζι, εκάμαν τζι οι γειτόνισσες καφέ. Τζιαι εφωνάξαν των κοπελλουθκιών να τους τον δώκουν να τον φαν να κάμουν χαρά. Η μια εκούντησε ένα ποτήρι νερό.

«Σιγά, λαλεί της η άλλη, άμαν πάει νερό πα στο βόρτακό μας εννα λιώσει τζαι ίντα πον να φάσειν οι μιτσιοί;»

Συνέχεια

Ο γάμος της μύγας

Ήταν μια φορά μια μύγα. Μια μέρα στολίστηκε, έβαλε τα καλά της και βγήκε έξω να βρεί άντρα.

Στο δρόμο βρήκε ένα τσακάλι που την ρώτησε, γιατί γυρίζει στολισμένη. Η μύγα απάντησε ότι ψάχνει άντρα. Το τσακάλι της είπε «Ε, τότε παντρέψου εμένα». Η μύγα του ζήτησε να της τραγουδήσει, μα μόλις άκουσε την φωνή του τον απέρριψε. «Εσύ γαυγίζεις, δεν τραγουδάς. Δεν σε θέλω» του είπε και έφυγε.

Το ίδιο συνέβηκε και με ένα σκύλο.

Συνέχεια

Εν της παπαθκιάς τα ξύλα

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό ήταν ένας παπάς με την παπαθκιά του.

Άμα τζιαι εμπήκεν ο σιειμώνας, ο παπάς επήεν να κόψει ξύλα. Εστράφηκε πίσω σκοτωμένος που την κούραση τζιαι έβαλε τα πίσω στην αυλή για να έχουν να κρούζουν μες το τζάκι.

Αμα τζιαι έφυε που έσσω τζιαι επήεν στην εκκλησιά, ένας γείτονας εζήτησε ξύλα που την παπαθκιά. Η παπαθκιά του τα έδωκε πρόθυμη. Ώσπου να νυχτώσει, η παπαθκιά εχάρισεν ούλλα τα ξύλα μες την γειτονιά. Όταν ο παπάς εστράφηκεν έσσω τζιαι έκαμεν της παράπονο, η παπαθκιά αποπήρεν τον τζιαι είπεν του «Ύνταλως κάμνεις τζιαι εσού παπάς άδρωπος.»

Συνέχεια