Εψές ο ψύλλος έψαλλε

Εψές ο ψύλλος έψαλλε, τζιαι η φτείρα εκαλονάρκαν,

Τζιαι ένα φτωχό καλοϊρήν αντίδερο εδάκκαν

Τζιαι ρε πελλοκαλόερε τζιαι το τζερίν σου πούντο

Το τζιερί μου εν εις την μέλισσα

Η μέλισσα θέλει φτερά

Τα φτερά στον αητό

Ο αητός θέλει το οφτόν

Το οφτόν εις τον βοσκό

Συνέχεια

Οι δύο βατράχοι

Μιά φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν θκυό βόρτακους. Ο ένας έκαμε τη φωλιά του σε ένα χωρκό στην Λεμεσό, κοντά στην θάλασσα. Ο άλλος εμίνησκε στην Λευκωσία, κοντά σε ένα ποταμό στην Αθαλάσσα.
Ο ένας δεν είσιεν δει ποττέ τον άλλο, όμως έφερε τα η μοίρα να συναντηθούν μια μέρα. Είχαν τζιαι οι θκυό την ίδια επιθυμία να γυρίσουν τον κόσμο, να δούν τζιάλλα μέρη.
Έτσι ένα ηλιοφώτιστο πρωί, ο βόρτακος που εμίνησκε στην Λεμεσό εξεκίνησε να πάει να δεί την Λευκωσία τζιαι ο βόρτακος που εμίνησκε στην Λευκωσία, έπιασε τον δρόμο να πάει στην Λεμεσό.
Το ταξίδι όμως ήταν πολλά πιο κουραστικό απο ότι επεριμέναν. Πάεννε τζιαι να πάεις, εφτάσαν στους πρόποδες του σταυροβουνιού. Ο ένας που την μια μερκά τζιαι ο άλλος που την άλλη αρκέψαν να ανεβαίνουν σιγά, σιγά, τραππηδώντας με τα μιτσιά πόθκια τους, το τεράστιο βουνό.
Μετά που πολλή ώρα, εκαταφέραν να φτάσουν στην κορυφή. Προς μεγάλη τους έκπληξη είδαν ο ένας τον άλλο.

Συνέχεια

Τα διπλά ψωμιά

Μια φορά ήταν μια γενέκα που ήταν πολλά καλή νοικοτζυρά αλλά ήταν τζιαι πολλά μεγάλη κουτσομπόλα. Μια μέρα που αντράς της έφυεν που το σπίτι είπε της:

«Έσιε έννοια σήμερα που εννα βάλεις να ζημώσεις τα ψωμιά, να μεν πιάεις την κουβέντα με τες γειτόνισσες τζιαι να τα καταισιέψεις. Εντάξει;»

Συνέχεια