Η ουρά της αγελάδας

Στην Δυτικήν Αφρική, κοντά σε ένα μεγάλο δάσος που έβενο, πάνω που τον ποταμό Γιούμπου, ήταν πριν πολλά χρόνια ένα χωρκό με το όνομα Κούντι. Ένα πολλά μικρό αλλά πανέμορφο χωρκό με στρογγυλά, πύλενα σπιτούθκια, περιτρυγιρισμένο που καλλιέργιες ριζιού τζιαι λιβάδια γιούκας.

Σε τούτο το χωρκό εζούσε ευτηχισμένα ένας κυνηγός με την έγκυο γυναίκα του τζιαι τους 6 του γιούς. Το όνομα του ήταν Ογκαλούσα.

Ένα πρωί, ο Ογκαλούσα εκατέβασε τα όπλα του που τον τοίχο του σπιθκιού τους τζιαι έπιασε τον δρόμο να πάει στο δάσος να κυνηγήσει. Η γυναίκα του τζιαι οι γιούδες του εφκήκαν όπως κάθε μέρα να φροντήσουν τα χωράφκια τζιαι να βοσκήσουν τα λιγοστά ζώα που είχαν.

Ο ήλιος έδυσε πίσω που τες απέραντες Αφρικανικές πεδιάδες τζιαι η οικογένεια του Ογκαλούσα επήεν πίσω στο σπίτι τους. Την νύχτα εμαγείρεψαν ψάρι, τζιαι εκάτσαν να τον περιμένουν. Αλλά ο Ογκαλούσα δεν εφάνηκεν. Εφάαν τζιαι ετζοιμηθήκαν. Συνέχεια

Οι θκυό φίλοι

Στους πρόποδες του Πενταδακτύλου σε ένα κομμάτι γής κοντά στην μεσαορία, εζούσαν πριν χρόνια πολλά θκυό φίλοι. Θκύο φίλοι αδερφικοί. Να πούμε τον ένα Κωστή τζιαι τον άλλο Μεμμέτην.

Οι φίλοι τούτοι ήταν βοσκοί τζιαι τα φτωσιηκά τους τα σπίθκια ήταν χτισμένα κοντά, κοντά. Τούτοι οι θκυό ανθρώποι εζούσαν ήρεμα τζιαι αγαπημένα.

Ούλλη μέρα εβοσκούσαν τα κοπάθκια τους μαζί, τζιαι τες νύχτες εκάθουνταν κάτω που τα άστρα, ετρώαν, επήνναν τζιαι ετραουδούσαν παρέά.

Η καρκιά του ανθρώπου όμως εν θέλει τζιαι πολλά για να αλλάξει πορεία. Συνέχεια

Το καζάνι του Χότζα

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό ήταν ο Χότζας. Είπε να μαιρέψει τζιαι εκατάλαβεν ότι το καζάνι που είσιεν ήταν μιτσή. Τζιαι μια τζιαι θκυό επήεν στον γείτονα του τζιαι εδανίστηκε το δικό του που ήταν πιο μεγάλο.

Ύστερα που λλίο τζιαιρό, ο γείτονας του εζήτησε το καζάνι του πίσω. Ο Χότζας επαράντζηλε του που να πάει να το έβρει τζιαι ο γείτος του επήεν. Αλλά εν έπιασε μόνο το δικό του το καζάνι, έπιασε τζιαι ένα πιο μιτσή καζάνι που ήταν του Χότζα. Άμα τζιαι εκατάλαβε το ο Χότζας, επήεν στον γείτονα του να ζήτήσει το λόγο. Συνέχεια

Μπράτσο, μπράτσο που είσαι μπράτσο

Κάποτε σε ένα χωριό της Ισπανίας ζούσε μια κοπελίτσα με τον πατέρα της και την μητριά της. Η μητέρα της είχε πεθάνει όταν ήταν πολύ μικρή και η μητριά της δεν την αγαπούσε. Η μητριά της δεν άντεχε να την βλέπει, την έδερνε και την μάλωνε συνέχεια. Τα βράδια έπερνε αγκαλιά την φωτογραφία της μαμάς της και αποκοιμότανε κλαίγοντας.

Την παραμονή της γιορτής του Σαν Χοσέ, η μητριά έφτιαχνε κουλουράκια. Την ημέρα εκείνη έστελνε συνέχεια την κοπελίτσα στο μπακάλικο για να της φέρνει υλικά για τα κουλουράκια, όπως ζάχαρη, αλεύρι, αυγά και μέλι.

Η μητριά ήξερε ότι στην κοπελίτσα άρεσαν πολύ τα κουλουράκια, έτσι μόλις τέλειωσε την πρώτη δόση της είπε «Πρόσεξε καλά. Μην τολμήσεις να αγγίξεις τα κουλουράκια μου. Αν το κάνεις, θα σου κόψω το χέρι.» Συνέχεια