Ο Ττεμπερχανάς

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν μια γενέκα σιηράτην που είσιεν ένα γυιό. Ο άντρας της γενέκας, πριν να πεθάνει ήταν πολλά δουλευταράς. Ο γιός της, ύνταλως τα έφερεν η τύχη, εφκήκε πολλα οκνιάρης τζιαι τεμπέλης. Ελαλούσαν τον Θκιαμαντήν.

Ούλλη μέρα, που την ώρα που έφκαιννεν ο ήλιος ώς την ώρα που εβούτταν πίσω που το βουνό, ο Θκιαμαντής εκουνοσιήλιαζε. Άμα ήταν τζιαι σιειμώνας τζιαι εκρυάδιζε νάκκον ο τζιαιρός, ο Θκιαμαντής εκάθετουν που την ώρα που είσιεν να ξυπνήσει ως την ώρα που είσιεν να τζοιμηθεί, μες την τσιμινιά, μες τους σταχτούς. Αν έσβηννεν η φωθκιά δεν ετάρασσεν πιλέ μου να πάει να φέρει κλαθκια να την άψει. Εκαρτέραν την μάνα του να τα κάμει ούλλα. Η μάνα του το λοιπόν, αντι να τον φωνάζει Θκιαμαντή, εφώναζεν τον Ττεμπερχανά.

«Κάμε τούτο γιέ μου.» ελάλεν του η μάνα του, τίποτε ο Ττεμπερχανάς. «Κάμε το άλλο γιέ μου.» χαβάν του ο Ττεμπερχανάς. «Τάνα μου νάκκο τζιαι εποστάθηκα γιέ μου» χαπάριν ο Ττεμπερχανάς. Συνέχεια

Ο Σπανός τζιαι οι 40 δράτζοι

Μια φορά τζ’ ένα τζιαιρό είσιεν ένα άθρωπο που εν έφκαλλεν με μουστάτζια, με γένια. Ο κόσμος ούλλος εφώναζεν τον «Σπανόν». Ο Σπανός τούτος, εχουμίζετουν πως έν έσιει στον κόσμο άλλο καλλήτερο παλληκαρί που λλόου του.

Μιαν ημέραν, όπως εκάθετουν στον καφενέ τζιαι εχουμίζετουν για τες παλληκαρκές του, λαλεί του ένας χωρκανός του

  • « Αφού είσαι έτσι μεγάλον παλληκάριν, να πάεις να νικήσης τους σαράντα δράκους που μας εκόψαν το νερό τζιαι έν έρκεται στο χωρκό μας. Μόνο έτσι εννα σου πιστέψουμεν.»
  • « Να πάω καλό» λαλεί του ο Σπανός «ήντα εννα φοηθώ τους δράκους;»

Έπιασε λλίο σταχτόν τζιαι μιαν αναρή μεσόγλωρην τζ’ ελάμνισε κατά τζεί που ήταν οι δράτζοι. Σαν επάαιννεν, ήβρεν μπροστά του τον αρχηγόν τους τζιαι εσιαιρέτησε τον. Γυρίζει ο δράκος τζιαι λαλεί του: Συνέχεια

Ο Τυρίμος

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν ένα αντρόυνο φτωχό που είχαν τρείς γιούδες. Άμα εγινήκαν δέκα – δεκαπέντε χρονών τα κοπελλούθκια, επέθανεν ο τζύρης τους, επέθανε τζιαι η μάνα τους. «Να πιάμε το δρεπάνι του τζιυρού μας» είπεν ο μιτσιόττερος «τζιαι να πάμε να έβρουμε ένα χωράφι να θερίσουμε, να φκάλουμε το ψουμί μας». «Να πάμε» είπεν ο μεγαλύτερος. Εκάμαν ο καθένας που ένα φασούλι, εβάλαν το στον ώμο τζιαι εξεβήκαν εις τους κάμπους να έβρουν μάστρον να τους βάλει να θερίζουν.

Στον δρόμο που επαένναν, είβραν έναν δράκο. Ο δράκος, εθέριζεν μανιχός του έναν μεγάλο χωράφι με κλιθάρι.

  • «Ώρα καλή!» Είπαν οι νέαροι.
  • «Καλώς τα κοπέλια. Ήντα χαπάρκα παιδκιά μου;» απάντα ο δράκος
  • «Ε! χέλουμεν να θερίζουμεν τζιαι εμείς μάστρε, να φάμεν νάκκον ψουμί. Είμαστε ορφανά.»
  • «Ε! χάτε! Εμπάτε μες το κλιθάριν τζιαι αρκέψετε δουλειά.». Είπεν ο δράκος

Συνέχεια

Ο ποντικός τζιαι το παστέλλι

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν ένα ποντικό.

Τούτος ο ποντικός, έκαμε την φωλιά του μες τον τοίχο του σπιθκιού μιου ζαχαροπλάστη.

Αμμα τζιαι έππεφτεν η νύχτα, ο ποντικός εξημούττιζεν που την φωλιά τζιαι έφκεννεν στο σεργιάνι για να έβρει φαί να φάει.

Τζιαι τι δεν έβρισκε πας τους πάγκους του ζαχαροπλάστη. Γαλατοπούρεκκα βραστά, καταίφκια με τες κούννες, σοκολατίνες, αθάσια βουττημένα μες το μέλι.

Μια νύχτα ο ποντικός εφκήκε που την τρύπα του για να κάμει την συνηθησμένη του τη βόλτα. Πάεννε τζιαι να πάεις, εσύγκοψε το μάτι του κάτι να φεντζιάζει μες τον τσέστο. Εστάθην που κάτω τζιαι εθώρεν.  Συνέχεια

Ο παπουτσής και τα ξωτικά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής, εργατικός και πολύ καλός τεχνίτης. Μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και με πολύ κόπο έβγαζε το ψωμί του. Ό,τι κέρδιζε το ξόδευε για την οικογένεια του και τις περισσότερες φορές δεν του περίσσευαν χρήματα για να αγοράσει καινούργια δέρματα. Ένα βράδυ είχε δέρμα, που του έφτανε ίσα ίσα για να φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Έκοψε λοιπόν πολύ προσεκτικά τα κομμάτια, τα άπλωσε πάνω στον πάγκο, πέρασε και κλωστή στις βελόνες του, για να είναι έτοιμα που θα τα έραβε το πρωί, που έχει καλύτερο φως.

Καθώς λοιπόν έκλεινε τα εξώφυλλα της βιτρίνας του αναστέναξε:  Συνέχεια