Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν μια γενέκα σιηράτην που είσιεν ένα γυιό. Ο άντρας της γενέκας, πριν να πεθάνει ήταν πολλά δουλευταράς. Ο γιός της, ύνταλως τα έφερεν η τύχη, εφκήκε πολλα οκνιάρης τζιαι τεμπέλης. Ελαλούσαν τον Θκιαμαντήν.
Ούλλη μέρα, που την ώρα που έφκαιννεν ο ήλιος ώς την ώρα που εβούτταν πίσω που το βουνό, ο Θκιαμαντής εκουνοσιήλιαζε. Άμα ήταν τζιαι σιειμώνας τζιαι εκρυάδιζε νάκκον ο τζιαιρός, ο Θκιαμαντής εκάθετουν που την ώρα που είσιεν να ξυπνήσει ως την ώρα που είσιεν να τζοιμηθεί, μες την τσιμινιά, μες τους σταχτούς. Αν έσβηννεν η φωθκιά δεν ετάρασσεν πιλέ μου να πάει να φέρει κλαθκια να την άψει. Εκαρτέραν την μάνα του να τα κάμει ούλλα. Η μάνα του το λοιπόν, αντι να τον φωνάζει Θκιαμαντή, εφώναζεν τον Ττεμπερχανά.
«Κάμε τούτο γιέ μου.» ελάλεν του η μάνα του, τίποτε ο Ττεμπερχανάς. «Κάμε το άλλο γιέ μου.» χαβάν του ο Ττεμπερχανάς. «Τάνα μου νάκκο τζιαι εποστάθηκα γιέ μου» χαπάριν ο Ττεμπερχανάς. Συνέχεια
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.