Γιατί τα κουνούπια ζουζουνίζουν μες τα αυτιά μας

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό ήταν ένα κουνούπι σε ένα μεγάλο τροπικό δάσος τζιαι είδε στην άκρα νου ποταμού ένα μεγάλο ιγκουάνα να πίνει νερό. Κοντεύκει του, σιυφκει μες το αυτί του τζιαι λαλεί του

«Κύριε Ιγκουάνα, δεν θα πιστέψεις τί είδα εχτές!»

«Πε μου να δούμε» απάντησε με απορία το ιγκουάνα

«Είδα ένα γεωργό που έσκαφκε τζιαι έφκαλλε κάτι πατάτες ίσια μαζί μου!»

«Σιγά το νέο ρε κουνούπι. Είδες πόσος είσαι; Δηλαδή εφκαλλε κάτι πατατούες τόσες μιτσιές; Καλύτερα να κλείσω τα αυτιά μου να μεν σε ακούω!»

Έπιασε λοιπόν το ιγκουάνα, θκυο κομμάθκια ξύλο που χαμέ τζιαι έμπηξε τα μες τα αυτιά του τάχα να μεν ακούει. Μεκ, μεκ, μεκ έπιασε το δρόμο μέσα στες καλαμιές τζιαι έφηεν. Συνέχεια

Ο Σιμιγδαλένος

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν ένα βασιλιά που είσιεν μίαν κόρη. Ήταν όμορφη τζιαι καλοσυνάτη αλλά δεν έβρισκεν άντρα να παντρευτεί. Ο τζύρης της έφερεν της τα πιο όμορφα παλλικάρκα που κάθε μερκά του βασιλείου, αλλά τζείνη δεν εδέχετουν να παντρευτεί με κανέναν.

Μια μέρα λαλεί του τζυρού της «Πατέρα να πάεις να μου γοράσεις ένα σάκκο αθάσια, ένα σάκκο σιμιγδαλι τζιαι ένα σάκκο ζάχαρη τζιαι να μου τα φέρεις.». Ο βασιλιάς δεν εχάλαν χαττίρι της κόρης του τζιαι έτσι έκαμε.

Η βασιλοπούλα, έπιασε τα πράματα τζιαι εκλείστηκε στην κάμαρη της. Πριν να μπει μέσα είπε τους «Εννα κλειστώ στην κάμαρη μου, σαράντα μέρες τζιαι σαράντα νύχτες. Δεν θέλω να με γυρέψετε ούτε να με ενοχλήσετε.» Έτσι τζιαι έγινε.

Έκατσε μες την κάμαρη, εσπασε τα αθάσια, εκαθάρισε τα τζιαι έσπασε τα ένα, ένα μέσα σε ένα χρυσό χτίν. Εζύμωσε το σιμιγδάλι σε μια μεγάλη βούρνα τζιαι ύστερα έσμιξε το με τα αθάσια τζιαι την ζάχαρη. Με την ζύμη που έκαμε, έκατσε τζιαι έπλασε ένα άνθρωπο. Έναν όμορφο άντρα, σιμιγδαλένο. Συνέχεια