Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό ήταν ένα κουνούπι σε ένα μεγάλο τροπικό δάσος τζιαι είδε στην άκρα νου ποταμού ένα μεγάλο ιγκουάνα να πίνει νερό. Κοντεύκει του, σιυφκει μες το αυτί του τζιαι λαλεί του
«Κύριε Ιγκουάνα, δεν θα πιστέψεις τί είδα εχτές!»
«Πε μου να δούμε» απάντησε με απορία το ιγκουάνα
«Είδα ένα γεωργό που έσκαφκε τζιαι έφκαλλε κάτι πατάτες ίσια μαζί μου!»
«Σιγά το νέο ρε κουνούπι. Είδες πόσος είσαι; Δηλαδή εφκαλλε κάτι πατατούες τόσες μιτσιές; Καλύτερα να κλείσω τα αυτιά μου να μεν σε ακούω!»
Έπιασε λοιπόν το ιγκουάνα, θκυο κομμάθκια ξύλο που χαμέ τζιαι έμπηξε τα μες τα αυτιά του τάχα να μεν ακούει. Μεκ, μεκ, μεκ έπιασε το δρόμο μέσα στες καλαμιές τζιαι έφηεν. Συνέχεια
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.