Ο ποντικός τζιαι το παστέλλι

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν ένα ποντικό.

Τούτος ο ποντικός, έκαμε την φωλιά του μες τον τοίχο του σπιθκιού μιου ζαχαροπλάστη.

Αμμα τζιαι έππεφτεν η νύχτα, ο ποντικός εξημούττιζεν που την φωλιά τζιαι έφκεννεν στο σεργιάνι για να έβρει φαί να φάει.

Τζιαι τι δεν έβρισκε πας τους πάγκους του ζαχαροπλάστη. Γαλατοπούρεκκα βραστά, καταίφκια με τες κούννες, σοκολατίνες, αθάσια βουττημένα μες το μέλι.

Μια νύχτα ο ποντικός εφκήκε που την τρύπα του για να κάμει την συνηθησμένη του τη βόλτα. Πάεννε τζιαι να πάεις, εσύγκοψε το μάτι του κάτι να φεντζιάζει μες τον τσέστο. Εστάθην που κάτω τζιαι εθώρεν.  Συνέχεια

Ο παπουτσής και τα ξωτικά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής, εργατικός και πολύ καλός τεχνίτης. Μα οι καιροί ήταν δύσκολοι και με πολύ κόπο έβγαζε το ψωμί του. Ό,τι κέρδιζε το ξόδευε για την οικογένεια του και τις περισσότερες φορές δεν του περίσσευαν χρήματα για να αγοράσει καινούργια δέρματα. Ένα βράδυ είχε δέρμα, που του έφτανε ίσα ίσα για να φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Έκοψε λοιπόν πολύ προσεκτικά τα κομμάτια, τα άπλωσε πάνω στον πάγκο, πέρασε και κλωστή στις βελόνες του, για να είναι έτοιμα που θα τα έραβε το πρωί, που έχει καλύτερο φως.

Καθώς λοιπόν έκλεινε τα εξώφυλλα της βιτρίνας του αναστέναξε:  Συνέχεια

Ο Περσέας και η Ανδρομέδα

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό, εζούσε σε ένα νησί, ένας ψαράς. Πολλά φτωχός αλλά τίμιος. Ο γέρος τούτος δεν είσιεν οικογένεια. Εμίνησκε σε μικρό πέτρινο, σπίτι στην ακρογιαλιά. Λλιο πολλά σαν τζείνα τα όμορφα σπίθκια που εν γεμάτο το Αιγαίο.

Μια μέρα, εστρέφετουν που το ψάρεμα. Σαν εμάζευκε τα δίκτυα του, είδε να ξεβράζει η θάλασσα ένα ξύλινο κουτί. Σαν το σεντούτζι, σαν το φέρετρο. Επλησίασε, άνοιξε το τζιαι που μέσα επετάχτηκε μια νεαρή κοπέλλα αγκαλιά με ένα μωρό. Ταλαιπωρημένοι τζιαι οι θκυό που τες μέρες τες πολλές που ήταν μες τα κύμματα τζιαι με το δέρμα τους ξερό που το άλας.

Ο γέρος, εφορτώθηκε την κοπέλλα πας τα ζινήσια του τζιαι έπιασε το μωρό στην κόξα τζιαι επήρεν τους σπίτι του. Έβαλεν τους να φαν, έδωκεν τους ρούχα τζιαι επεριοποιήθηκεν τους, όπως επρόβλεπαν τα έθιμα τζιαι όπως θα εθέλαν οι θεοί να τους περιποιηθεί. Η κοπέλλα εξήγησε του πως εβρέθηκεν μες το σεντούτζι στην μέση της θάλασσας, αλλα τούτο εν μια άλλη ιστορία που ίσως σας την πω μια άλλη φορά. Γιατι η ιστορία τουτη φίλοι μου τζιαι φίλες μου, εν για ένα άνθρωπο που εν θα μου φτάσουν οι ώρες του κόσμου ούλλου, για να σας εξιστορίσω μια μέρα που την ζωή του.  Συνέχεια

Γιατί οι άνθρωποι ζουν 80 χρόνια

Όταν ο θεός έπλασε τον κόσμο, έθελε να δώκει σε ούλλα τα πλάσματα τζιαι σε ούλλα τα χτινά που 30 χρόνια ζωής.

Εσύναξεν ούλλα τα ζευκάρκα σε μια μεγάλη πεδιάδα, κάπου στην Αφρική, που είσιεν τόπο τζιαι ήταν τζιαι καλός ο τζιαιρός, τζιαι άνοιξε την κκεττάπα με τες σημειώσεις του.

«Το λοιπόν», εξεκίνησε να λαλεί.

«Άνθρωπε εσύ θα διοικάς ούλλα τα ζωντανά του κόσμου. Θα είσαι πάντα νέος, υγιής, όμορφος, δυνατός τζιαι σοφός. Θα ζείς τριάντα χρόνια. Όσο τζιαι τα ζώα που θα διοικείς»

Του άνθρωπου άρεσε του που εννα εν πάντα όμορφος τζιαι δυνατός, αλλά εβαρηφάνικεν του νάκκο που είσιεν μόνο 30 χρόνια ζωής.

Άμα τζιαι ετέλειωσεν που τον άνθρωπο, εγύρισεν στον γάδαρο. Συνέχεια

Η παπαθκιά με τα ψωμιά

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό ήταν μια παπαθκιά.

Άμα τζιαι ετέλειωσε τες δουλειές του σπιθκιού της, έκατσεν έξω στην αυλή να πνάσει. Έκαμεν καφέ, έβαλε τζιαι 2 ποξαμάθκια τζιαι έκατσε στον ήλιο.

Ύστερα που λλίο, εφάνηκεν που μακριά η νύφφη της.

Κοντεφκει νάκκο η νύφφη της, θωρεί την καλά, εκράταν ένα ψουμι. Συνέχεια