Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν ένα ποντικό.
Τούτος ο ποντικός, έκαμε την φωλιά του μες τον τοίχο του σπιθκιού μιου ζαχαροπλάστη.
Αμμα τζιαι έππεφτεν η νύχτα, ο ποντικός εξημούττιζεν που την φωλιά τζιαι έφκεννεν στο σεργιάνι για να έβρει φαί να φάει.
Τζιαι τι δεν έβρισκε πας τους πάγκους του ζαχαροπλάστη. Γαλατοπούρεκκα βραστά, καταίφκια με τες κούννες, σοκολατίνες, αθάσια βουττημένα μες το μέλι.
Μια νύχτα ο ποντικός εφκήκε που την τρύπα του για να κάμει την συνηθησμένη του τη βόλτα. Πάεννε τζιαι να πάεις, εσύγκοψε το μάτι του κάτι να φεντζιάζει μες τον τσέστο. Εστάθην που κάτω τζιαι εθώρεν. Συνέχεια
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.