Ο Κουμπάρος με το ψάρι

Μια φορά είσιεν θκυό κουμπάρους. Εβρεθήκαν μιαν ημέρα μες τον δρόμο. Επιάσαν την κουβέντα, ήντα που κάμνεις κουμπάρε καλά, ποσο τζιαιρό να βρεθούμε. Σαν εσυντιχάνναν λαλεί ο ένας του άλλου¨

  • «Κόπιασε ποτζεί κουμπάρε να φάμε.»
  • «Καλό κουμπάρε, να έρτω»

Παν το λοιπόν έσσω του ενός. Στρώννει το τραπέζι η γενέκα του, είσιεν κουτσιά για το μεσημέρι. Φωνάζει της ο άντρας της, λαλεί της «Φκάλε τζιαι λλίο ψάρι, ποτζείνο που εφέρα το πρωί τζιαι τιάνησε να τραττάρουμε τον κουμπάρο. Εν αντροπή να τον ταίσουμε μόνο κουτσιά.»

Έτσι τζιαι έκαμεν η γενέκα, μαζί με τα κουτσιά, έφκαλε τζιαι ψάρι. Συνέχεια

Ο Κουμπάρος που τα γομάρκα

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν  ένα άνθρωπο που είσιεν μιαν ελλιά έξω που το σπίτι του. Άμα τζιαι εμπήκεν το Φθινόπωρο, εφκήκε τζιαι έκοψεν τες ελλιές του.

Κόψε τζιαι να κόψεις, εγέμωσε ένα γομάρι.

Έπιασεν το λοιπον το δρόμο να πάει στο μύλο να τες αλέσει να κάμει λάδι.

Στο δρόμο το λοιπόν, έδωκεν πάνω στον κουμπάρο του. Συνέχεια

Η Καμήλα με το Καμηλί

Μια φοράν είσιεν ένα εμπόρα που είσιεν μιαν καμήλα. Κάθε πρωί, εφόρτωννεν την καμήλα την πραμάτεια του τζιαι επήεννεν στο παζάρι να πουλήσει. Άμα λαλούμεν εφόρτωννεν την, εφόρτωννεν την. Δηλαδή, η καμήλα μόνο που εν εγονάταν χαμέ που το βάρος.

Ήντα να κάμει τζιαι η καμήλα, εσκέφτηκεν να κάμει ένα καμηλίν να το φορτώννει τζιαι τζείνον νάκκον ο μάστρος της, να ξαποστάσει τζείνη νάκκο. Καρτέρα τζιαι να καρτεράς, 15 μήνες που θέλει το καμηλί να γεννήθει. Κάθε μέρα, εσκέφτετουν η καμήλα «Άτε άλλο λλίο τζιαι εννα έρτει το καμηλί τζιαι εννα πνάσω.» «Ατε άλλο λλίο τζιαι εννα γεννήσω το καμηλί τζιαι να το φορτώννει τζείνον ο μάστρος μου» Συνέχεια

Άι τον γιό μου τον Βασίλη μου

Μια φορά είσιεν μια τζιαι εξεκίνησε να πάει στο χωράφι της να ποτίσει. Στον δρόμο που επήεννε, έκατσε κάτω που μια τερατσιά να πνάσει νάκκο.

Σαν εκάθετουν, εσιάστηκε σε ένα χωράφι τζιαμέ κοντά ένα κλίμα. Δίπλα που το κλίμα, κάποιος εφύτεψε μιαν αθασιά, που σιγά, σιγά εμεγάλωνε.

Ίσια άρκεψε κλάμα η κοκόνα.

«Αί, τζι ιμιαλίνει το κλίμα τζια τυλιχτεί πας την αθασιά, τζι αν παντρευτώ, τζιαι κάμω γιό, τζιαι φκάλω τον Βασίλη, τζιαι φκεί πάνω στην αθασιά, να κόψει σταφύλι τζιαι δώκει που τζιαμέ κάτω τζιαι σακκατευτεί; Άι, τον γιό μου τον Βασίλη μου τζιαι ίντα τη θέλω γιω έτσι ζώη;» Συνέχεια

Ο ποντικός τζιαι η τριζοκολόκα

Μια φορά είσιεν ένα σπίτι που ήταν γεμάτο ποντικούς.

Ότι έφκαλλεν έξω ο νοικοτζύρης, ίσια ετρώαν του το οι ποντιτζιοί. Ρε έβαλλεν χαλλούμια πας τον πάγκο, ύστερα που λλίο τα χαλλούμια χασιμιά. Ρε έβαλλεν ψουμιά μες τον τσέστο, εν επέρναν μια ώρα, τα ψουμιά φαημένα.

Εσκέφτηκεν τον λοιπόν τζιαι έκαμεν μια τριζοκολόκα τζιαι ξαπόλησεν την έξω που την τρύπα τον ποντικών.

Οι ποντιτζιοί ακούαν την τριζοκολόκα που έτριζε, εν ελαχτούσαν έξω που την φουλιά τους. Εφοούνταν, άμπα τζιαι εν καμιά κουφή τζιαι φάει τους.

Εμείναν χωσμένοι μες την τρύπα πολλήν τζιαιρό. Ελείψαν τους τα φαγιά τζιαι αρκέψαν να λιμοκτωνούν. Μιαν καλήν ημέρα, ένας που τους ποντικούς αποφάσισεν να φκεί έξω να δεί τι γίνεται. Θωρεί την τριζοκολόκα, λαλεί σου θα την τραβίσω να την βάλω μες την τρύπα μας, χέμα να φάμε να χορτάσουμεν ούλλοι, χέμα να μεν τρίζει τζιαι να μας ιξιππάζει. Συνέχεια