Ο πελλός που την πόρτα

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν θκυό αρφούες. Έναν πελλό τζιαι έναν νούσιμο.

Όπως τα έφερε η μοίρα, μια μέρα επέψαν του νούσιμου προξένια. Ακούσαν φαίνεται ότι εν καλό τζιαι έξυπνο παλληκάρι τζιαι είπαν να τον παντρέψουν με την κόρη του μουχτάρη στο δίπλα χωρκό. Ήρτεν η προξενίτρα έσσω τους το λοιπόν, τζιαι λαλεί του νούσιμου «Να πιάεις τον αρφό σου τζιαι πάτε άρκοψες ποτζεί στο σπίτι του μουχτάρη. Να γνωρίσεις την νύφφη τζιαι να σε δουν τζιαι σένα που σε καλό παλλικάρη.»

Έτσι τζιαι έγινε. Το άλλο πρωί επίασαν τον δρόμο, ο νούσιμος τζιαι ο πελλός να παν στο δίπλα χωρκό να γνωρίσουν την νύφφη. Συνέχεια

Ο Παπάς τζιαι ο χότζιας που επνίετουν

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό, ο Παπάς της Πιαλέ Πασιά στην Σκάλα, εφκήκεν να κάμει την βόλτα του.

Τότε η οδός έγλυφε την θάλασσα, τζιαι πολλοί εππέφταν μέσα άμα επερπατούσαν χωρίς να προσέχουν.

Τζείνη τη μέρα, ήταν χαρά θεού. Ο ουρανός καθαρός τζιαι ο ήλιος ψηλά στον ουρανό. Ήταν ότι έπρεπε για βόλτα. Έβαλε το καλό του το ράσο τζιαι έπιασε το δρόμο να περπατήσει.

Όπως επερπάταν, εσσιάστηκε καμπόσο κόσμο συναγμένο σε ένα σημείο της οδού. Περίεργος ο παπάς, λαλεί σου αμπά τζιαι έσιει καρκασιαλλήκκη, πάμε να ποσκολιστούμε, εκόντεψε να δεί τι συμβαίνει. Επήε κοντά, εκούντησε κανένα θκυό πλάσματα στην άκρα τζιαι τι να δεί. Συνέχεια

Ομπρός γαουροδείχνει αλλά πισω παπαδοδείχνει

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό σε ένα χωρκό όπως ούλλα τα άλλα είσιεν τον παπά τζιαι την εκκλησιά του. Τα χρόνια επεράσαν όμως, τζιαι ο παπάς εγέρασεν τζιαι επέθανε. Έτσι λοιπόν οι χωρκανοί αποφασίσαν να πάρουν του Δεσπότη ένα που τους χωρκανούς να τον κάμει παπά τους.

«Παρά να μας φέρει κανένα ξενοχωρίτη, καλύτερα να κάμει ένα που τους δικούς μας που ξέρουμε ίντα λοίς πλάσμα ένει»

Πιάννουν το λοιπόν τον Αντρίκκο του Γιωρκή, που ήταν γραμματιζούμενος περίτου που τους άλλους τζιαι επιάσαν τον δρόμο να πα να έβρουν τον Δεσπότη. Εξεκινήσαν το πρωί, πάεννε τζιαι να πάεις εφτάσαν το απόγευμα. Εμπήκαν στην αιθουσα που ήταν ο Δεσπότης τζιαι ήβραν τον να κάθετε πίσω που το γραφείο του τζιαι να θκιαβάζει κάτι χαρκιά. Συνέχεια

Εν της παπαθκιάς τα ξύλα

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό ήταν ένας παπάς με την παπαθκιά του. Όπως σε ούλλα τα σπίθκια τζείνου του τζιαιρού, ο παπάς εδούλεφκε κάθε μέρα στην εκκλησιά του τζιαι επρονοούσε για τες βαρετές δουλειές του σπιθκιού. Τον σιειμώνα για παράδειγμα, έφκαιννεν έξω τζιαι έκοφκεν ξύλα που το δάσος. Να φέρει έσσω να κρούζουν στο τζάκι την νύχτα να βράζουν.

Κάθε πρωί, πριν να πάει στην εκκλησιά, εσυκώννετουν μες την κρυάδα. Έβαλλε τες ποίνες του, έπιννεν τζιαι μια καντίλα ζιβανία να βράσει τζιαι έπιαννεν τον δρόμο για το δάσος. Τσάκκισε, κουπάνισε, κόψε ποτζεί, κόψε ποδά, έφκαλλεν ένα-θκυο σακκουλλες ξύλλα, όσσον να κανίσουν τζείνον τζιαι την παπαθκιά του να μαηρέψουν τζιαι να σύρουν μες το τζάκι την νύχτα για να βράσουν. Συνέχεια

Η ουρά της αγελάδας

Στην Δυτικήν Αφρική, κοντά σε ένα μεγάλο δάσος που έβενο, πάνω που τον ποταμό Γιούμπου, ήταν πριν πολλά χρόνια ένα χωρκό με το όνομα Κούντι. Ένα πολλά μικρό αλλά πανέμορφο χωρκό με στρογγυλά, πύλενα σπιτούθκια, περιτρυγιρισμένο που καλλιέργιες ριζιού τζιαι λιβάδια γιούκας.

Σε τούτο το χωρκό εζούσε ευτηχισμένα ένας κυνηγός με την έγκυο γυναίκα του τζιαι τους 6 του γιούς. Το όνομα του ήταν Ογκαλούσα.

Ένα πρωί, ο Ογκαλούσα εκατέβασε τα όπλα του που τον τοίχο του σπιθκιού τους τζιαι έπιασε τον δρόμο να πάει στο δάσος να κυνηγήσει. Η γυναίκα του τζιαι οι γιούδες του εφκήκαν όπως κάθε μέρα να φροντήσουν τα χωράφκια τζιαι να βοσκήσουν τα λιγοστά ζώα που είχαν.

Ο ήλιος έδυσε πίσω που τες απέραντες Αφρικανικές πεδιάδες τζιαι η οικογένεια του Ογκαλούσα επήεν πίσω στο σπίτι τους. Την νύχτα εμαγείρεψαν ψάρι, τζιαι εκάτσαν να τον περιμένουν. Αλλά ο Ογκαλούσα δεν εφάνηκεν. Εφάαν τζιαι ετζοιμηθήκαν. Συνέχεια