Οι θκυό φίλοι

Στους πρόποδες του Πενταδακτύλου σε ένα κομμάτι γής κοντά στην μεσαορία, εζούσαν πριν χρόνια πολλά θκυό φίλοι. Θκύο φίλοι αδερφικοί. Να πούμε τον ένα Κωστή τζιαι τον άλλο Μεμμέτην.

Οι φίλοι τούτοι ήταν βοσκοί τζιαι τα φτωσιηκά τους τα σπίθκια ήταν χτισμένα κοντά, κοντά. Τούτοι οι θκυό ανθρώποι εζούσαν ήρεμα τζιαι αγαπημένα.

Ούλλη μέρα εβοσκούσαν τα κοπάθκια τους μαζί, τζιαι τες νύχτες εκάθουνταν κάτω που τα άστρα, ετρώαν, επήνναν τζιαι ετραουδούσαν παρέά.

Η καρκιά του ανθρώπου όμως εν θέλει τζιαι πολλά για να αλλάξει πορεία. Συνέχεια

Το καζάνι του Χότζα

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό ήταν ο Χότζας. Είπε να μαιρέψει τζιαι εκατάλαβεν ότι το καζάνι που είσιεν ήταν μιτσή. Τζιαι μια τζιαι θκυό επήεν στον γείτονα του τζιαι εδανίστηκε το δικό του που ήταν πιο μεγάλο.

Ύστερα που λλίο τζιαιρό, ο γείτονας του εζήτησε το καζάνι του πίσω. Ο Χότζας επαράντζηλε του που να πάει να το έβρει τζιαι ο γείτος του επήεν. Αλλά εν έπιασε μόνο το δικό του το καζάνι, έπιασε τζιαι ένα πιο μιτσή καζάνι που ήταν του Χότζα. Άμα τζιαι εκατάλαβε το ο Χότζας, επήεν στον γείτονα του να ζήτήσει το λόγο. Συνέχεια

Μπράτσο, μπράτσο που είσαι μπράτσο

Κάποτε σε ένα χωριό της Ισπανίας ζούσε μια κοπελίτσα με τον πατέρα της και την μητριά της. Η μητέρα της είχε πεθάνει όταν ήταν πολύ μικρή και η μητριά της δεν την αγαπούσε. Η μητριά της δεν άντεχε να την βλέπει, την έδερνε και την μάλωνε συνέχεια. Τα βράδια έπερνε αγκαλιά την φωτογραφία της μαμάς της και αποκοιμότανε κλαίγοντας.

Την παραμονή της γιορτής του Σαν Χοσέ, η μητριά έφτιαχνε κουλουράκια. Την ημέρα εκείνη έστελνε συνέχεια την κοπελίτσα στο μπακάλικο για να της φέρνει υλικά για τα κουλουράκια, όπως ζάχαρη, αλεύρι, αυγά και μέλι.

Η μητριά ήξερε ότι στην κοπελίτσα άρεσαν πολύ τα κουλουράκια, έτσι μόλις τέλειωσε την πρώτη δόση της είπε «Πρόσεξε καλά. Μην τολμήσεις να αγγίξεις τα κουλουράκια μου. Αν το κάνεις, θα σου κόψω το χέρι.» Συνέχεια

Εψές ο ψύλλος έψαλλε

Εψές ο ψύλλος έψαλλε, τζιαι η φτείρα εκαλονάρκαν,

Τζιαι ένα φτωχό καλοϊρήν αντίδερο εδάκκαν

Τζιαι ρε πελλοκαλόερε τζιαι το τζερίν σου πούντο

Το τζιερί μου εν εις την μέλισσα

Η μέλισσα θέλει φτερά

Τα φτερά στον αητό

Ο αητός θέλει το οφτόν

Το οφτόν εις τον βοσκό

Συνέχεια

Οι δύο βατράχοι

Μιά φορά τζιαι ένα τζιαιρό είσιεν θκυό βόρτακους. Ο ένας έκαμε τη φωλιά του σε ένα χωρκό στην Λεμεσό, κοντά στην θάλασσα. Ο άλλος εμίνησκε στην Λευκωσία, κοντά σε ένα ποταμό στην Αθαλάσσα.
Ο ένας δεν είσιεν δει ποττέ τον άλλο, όμως έφερε τα η μοίρα να συναντηθούν μια μέρα. Είχαν τζιαι οι θκυό την ίδια επιθυμία να γυρίσουν τον κόσμο, να δούν τζιάλλα μέρη.
Έτσι ένα ηλιοφώτιστο πρωί, ο βόρτακος που εμίνησκε στην Λεμεσό εξεκίνησε να πάει να δεί την Λευκωσία τζιαι ο βόρτακος που εμίνησκε στην Λευκωσία, έπιασε τον δρόμο να πάει στην Λεμεσό.
Το ταξίδι όμως ήταν πολλά πιο κουραστικό απο ότι επεριμέναν. Πάεννε τζιαι να πάεις, εφτάσαν στους πρόποδες του σταυροβουνιού. Ο ένας που την μια μερκά τζιαι ο άλλος που την άλλη αρκέψαν να ανεβαίνουν σιγά, σιγά, τραππηδώντας με τα μιτσιά πόθκια τους, το τεράστιο βουνό.
Μετά που πολλή ώρα, εκαταφέραν να φτάσουν στην κορυφή. Προς μεγάλη τους έκπληξη είδαν ο ένας τον άλλο.

Συνέχεια